Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Πολιτείες Αθέατες, το 2ο Μυθιστόρημά μου


To 2o Μυθιστόρημά μου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Historical quest. Μετά την Εύφλεκτη Πόλη που κυκλοφόρησε το 2011, οι «Πολιτείες Αθέατες», μας μεταφέρουν στο Ηράκλειο του Μεσοπολέμου 1926-1932:




Ο Λάκκος Ηρακλείου. Σήμερα μια υποβαθμισμένη περιοχή, αγκομαχά να ακολουθήσει το τρένο της ανάπτυξης. Τότε, στο Ηράκλειο του Μεσοπολέμου, περιοχή των απόβλητων, του ρεμπέτικου, των τρελαμένων ποιητών. Εκεί, και στην ευρύτερη περιοχή, διασταυρώνονται οι ζωές των ηρώων μας. Η Ρόζα!!! Αφού πετιέται στο δρόμο, καταλήγει στις παρυφές της πορνείας, κουβαλά το σαρκίο της και πουλάει μπουκέτα λουλουδιών, σώζει κι ερωτεύεται, τον Νίκο, έναν κομμουνιστή- επαναστάτη. Ζουν μαζί και οργανώνουν, με τους συντρόφους τους, τον «Σπάρτακο», ένα αθλητικό και πολιτιστικό σωματείο, για τους εργάτες. Μέχρι που ο «Ερημίας», μυστικός ασφαλίτης και ο Ζίχνος, Αντισυνταγματάρχης Χωροφυλακής, απλώνουν τα δίχτυα τους για να πατάξουν τις επαναστατικές κινήσεις των εργατών που ζητούν τα δίκια τους, και στέλνουν τον Νίκο στην εξορία. Δυο φερέλπιδες πλούσιοι αστοί: Ο Γιάννης Μεσίνογλου, εκ Μ. Ασίας και ο Μηνάς Ψαρρός , υιοθετημένος γόνος Αλεξανδρινής οικογένειας. Σαν κομήτες, διαγράφουν τη δική τους προσωπική πορεία και καταλήγουν στο Ηράκλειο που διψά για ανάπτυξη Εργοστασιάρχες σαπουνιού και σταφίδας, ρουφάνε το βιος του νησιού και υλοποιούν την «ανάπτυξη». Οι ζωή τους στα όρια. Κραιπάλη και βίτσια. Η Ρόζα, ανάμεσα τους.
Τι δουλειά έχει η Αναστασία Λεβιτάκη, πλούσια κόρη, στην ομάδα των Αρχειομαρξιστών; Πολιτείες αθέατες, ζωές αθέατες. Το τέλος της ιστορίας, είναι κόκκινο. Από αίμα κι ελπίδα….. Μια ιστορία: Έρωτα κι επανάστασης. Ένας φόνος. Προδοσία αλλά και πίστη. Ανατροπές. Από τη Μ. Ασία , την Αλεξάνδρεια, στο Ηράκλειο, στο Βερολίνο των Ναζιστών και στο «μαγικό βουνό», την ουτοπία της εποχής….

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Εύφλεκτη πόλη: Το πρώτο μου Μυθιστόρημα

Κυκλοφορεί ήδη το πρώτο μου μυθιστόρημα με τίτλο: "Εύφλεκτη πόλη. Το χειρόγραφο μιας εξέγερσης" από τις εκδόσεις ΙΤΑΝΟΣ (http://www.ekdoseis-itanos.gr). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΕΚΤΟΣ ΚΡΗΤΗΣ, ΠΟΥ ΡΩΤΟΥΝ, ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΕΥΦΛΕΚΤΗ ΠΟΛΗ" ΜΠΟΡΕΙΤΑΙ ΝΑ ΤΟ ΒΡΕΙΤΕ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΛΥΣΙΔΑ ΙΑΝΟΣ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: http://www.ianos.gr/index.asp?park=bk_item&key=0262030

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Ο Παναγιώτης βγήκε στην πόλη



«Η μαλακισμένη πάλι μου τα έπρηξε. Γαμώ το μου, δεν θα ξεμπλέξω, δεν θα ησυχάσω ποτέ.» Είμαι ο Παναγιώτης Χ. Παναγιώτης, όχι Τάκης. Για την γυναίκα μου μιλάω. Δε ξέρω τι την πιάνει ώρες ώρες και με τρελαίνει. Με τρελαίνει σου λέω. Μου έρχεται κόλπος, ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι μου και καμιά φορά σηκώνω και το χέρι. Όπως πριν λίγο. Μπουρ , μπουρ…με άρχισε από το απόγευμα να με λιβανίζει: Ο μεγάλος μας, ο Χρήστος, που δεν του δίνω σημασία, κι έχει γράψει στα αρχίδια του το σχολείο και τρέχει στα internet café, η μικρή που ντύνεται σαν πουτανάκι και γυρνάει ξημερώματα σπίτι. Το καταναλωτικό που δεν πληρώσαμε την τρίτη δόση. Που έχουμε να βγούμε σαν άνθρωποι κι εμείς πάνω από 2 μήνες. Που δεν μιλώ στην μαλακισμένη την πεθερά μου τρυφερά. Χήρα γυναίκα κι έχει ένα μαλλί μπλε  κι όλο μου κολλάει για τα πολιτικά. Σε ποιον; Σ` εμένα που έχω αγωνιστεί για τη Δημοκρατία. Και το παίζει μεγαλοκυρία, αυτή που για προίκα έδωσε στην κόρη της το βρακί της και το τριάρι που για να το νομιμοποιήσω φίλησα κατουρημένες ποδιές. Έτσι μπουρ μπουρ όλο το απόγευμα. Εγώ στην αρχή το βούλωσα και ξεφύλλιζα το Φίλαθλο. Αυτή τίποτα, είχε βάλει μπρος το μαγνητόφωνο και συνέχιζε από τη δημιουργία του κόσμου. Θυμόταν τα πάντα. Ακόμα και για τη μαλακία που είχα κάνει με τη συναδέλφισσά μου την Τασία που πέταξε: «Εμ βέβαια, που να ασχοληθείς με το σπίτι. Σε αφήνουν οι πουτάνες που όλη μέρα ταΐζεις και ποτίζεις»; Άφριζα από μέσα μου και της πέταξα ένα άντε γαμήσου. Κι εκεί βέβαια πέταξε την κακία της. «Με ποιον αλήθεια; Ούτε αυτό δεν μπορείς να κάνεις πλέον». Εκεί δεν άντεξα. Σήκωσα το χέρι και της άστραψα ένα χαστούκι. Απόμεινε άγαλμα για μια στιγμή. Η συνέχεια, γνωστή. Άνοιξαν οι βρύσες, κλάμα κορόμηλο και χώσιμο στο δωμάτιο. Όλες οι προσπάθειές μου να την ησυχάσω απέτυχαν. Δεν άνοιγε με τίποτα. Ευτυχώς έλειπαν τα παιδιά και η μέγαιρα η πεθερά μου. Κοπάνισα την πόρτα πίσω μου και μπήκα στο Toyota.
Τριγυρνώ μιάμιση ώρα. Οι δρόμοι φίσκα. Σημειωτόν. Έχω καπνίσει 10 τσιγάρα. Πως στο διάολο έφτασα εδώ;  Έτσι ήμουν εγώ; Μέτριος μαθητής δεν λέω, αλλά ξύπνιος και ομορφάντρας. Περπάταγα κι έτριζαν οι δρόμοι. Έχουν κλάψει για μένα γυναίκες και γυναίκες. Και στη σχολή μέτριος, αλλά πήρα το πτυχίο στην ώρα του και στο στρατό Λοχίας, μαυροσκούφης. Ωραία χρόνια!! Πούντα τώρα; Έκλεισα τα 47 μου πριν λίγες ημέρες. Γέρασα και πάω. Μέχρι και η φαλάκρα άρχισε να φαίνεται.  Πότε πέρασαν τα χρόνια αλήθεια. Σαν χτες δεν ήταν που τρέχαμε όλη τη νύχτα και την ημέρα και δεν καταλαβαίναμε Χριστό!! Τώρα να η πίεση τσιμπημένη, να τα τριγλυκερίδια. Μη φας το ένα, μη φας το άλλο. Μας σακάτεψε το Τσερνόμπιλ. Εγώ αυτό ξέρω. Τίποτα δεν πάει καλά από τότε και μετά. Το Τσερνόμπιλ φταίει!! Οι πούστηδες δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Να τα αρπάξουν μόνο και στο διάολο η υγεία του κοσμάκη. Σαν το μεγαλοπιασμένο το μπατζανάκη μου. Τέλειωσε τη Βιομηχανική με μέσο στα πέντε χρόνια κι έχει γίνει πρώτη φίρμα μέσα σε δέκα χρόνια. Να οι Μερσεντές, να τα ταξιδάκια στα Παρίσια, να τα χρυσαφικά στη κουνιάδα. Αυτά βλέπει η δικιά μου και σκυλιάζει. Αυτή είναι καλύτερη από μένα σου λέει κι εγώ να μην έχω δεύτερο βρακί. Μα τι να κάνω κι εγώ. Είκοσι πέντε χρόνια στην Υπηρεσία, σα σκυλί δουλεύω και προκοπή καμιά. Τούτος τα κατάφερε με τις πλάτες των άλλων και τις κομπίνες. Κι όποτε έρχεται σπίτι αραιά και που, μας ζαλίζει τα αυτιά για τις υποθέσεις που έκλεισε οριστικά με την Εφορεία, με τα τέσσερα κινητά που χτυπάνε σαν λυσσασμένα και τα ακριβά δώρα στα παιδιά. Να στον μεγάλο πήρε στη γιορτή του έναν υπολογιστή. Μου τον ζήταγε ένα χρόνο, μα που λεφτά. Κι ο πούστης τον έφερε με το κουτί και όλα τα συμπράγκαλα και κάθισαν δυο ώρες στο δωμάτιό του για να τον συνδέσουν. Μαγκούφηδες είναι, χωρίς παιδιά, καλές αρπαχτές, του περισσεύουν. Ρε μαλάκα, που πας; Στραβός είσαι. Οι καριόληδες με λάδι τα πήραν τα διπλώματα. Κοίτα τον επιμένει να περάσει. Αμ δε!! Θα φάει τη σκόνη μου, ο πούστης. Έτσι. Τρέχουμε όλη μέρα και δεν μένει τίποτα. Μεροδούλι μεροφάι. Τίποτα στην άκρη. Οι τράπεζες και τα παιδιά ρουφάνε τα πάντα. Και η Μαρία, όλη μέρα στη βιοτεχνία, σούφρωσε. Πού είναι η γκομενάρα με τα μακριά μαύρα μαλλιά που με μια της ματιά με τρέλανε; Ώρες ολόκληρες στο κρεβάτι, εκεί στην γκαρσονιέρα στο Θησείο. Τώρα αραιά και που και σε δέκα λεπτά. Ούτε να ονειρευτούμε δεν προλαβαίνουμε. Και πάχυνε κι έκοψε και τα μαλλιά της ενώ εγώ της φώναζα να τα κρατήσει. Μα δεν με άκουσε. «Γέμισαν ψαλίδα και θέλουν λούσιμο κάθε μέρα. Τα σιχάθηκα». Και γύρισε με ένα καρέ κοντό και μου φάνηκε αλλιώτικη. Σαν ξένη.   Τι γίνεται ρε γαμώτη μου, τι συμβαίνει και έχουν κλείσει όλοι οι δρόμοι; Τα κωλόπαιδα πάλι. Κάθε μέρα διαδηλώσεις. Εμ βέβαια με τα λεφτά του μπαμπά επαναστάτες. Σκατάδες είναι. Άσε να μπούνε στην παραγωγή. Στα εργοστάσια και στην Υπηρεσία αν είναι τυχεροί και θα σου πω. Θα το βουλώσουν μια και καλή. Θα αναγκαστούν να μπουν σε σειρά. Όχι όπως τώρα καφεδάκια, γκομενίτσες και καταλήψεις. Και το Κράτος. Μπουρδέλο κι αυτό. Το κυβερνάνε πούστηδες και ξεπουλημένοι στους Αμερικάνους. Αλλάξανε τα βιβλία, καταργήσανε τις ποδιές, ασυδοσία. Ακόμα και οι μπάτσοι σκαρτέψανε. Δεν λειτουργεί τίποτα. Οι Τούρκοι φτάσανε στην Αθήνα, οι Αλβανοί πήρανε όλες τις δουλειές και έχουν διαρρήξει όλο τον κόσμο. Ε. Ρε ένας Παπαδόπουλος που τους χρειάζεται να σφίξουν οι κώλοι. Και το λέω εγώ που είμαι Δημοκράτης τρεις γενιές. Δημοκράτης ναι, αλλά όχι και ασυδοσία ρε παιδιά. Δεν μπορούμε να μαζέψουμε τα παιδιά μας από  τους δρόμους. Δεκαπέντε χρονώ παιδί η Νικολέτα και δεν γυρνά πριν τις 3. Η χώρα πάει κατά διαόλου. Κατά διαόλου Κύριε. Έχουν γραμμένους τους νοικοκυραίους. Στο διάολο όλοι τους. Α ρε Γονίδη!! Τραγουδάρες. Όχι αυτές οι μαλακίες οι σημερινές…..Πάλι δεν απαντά στο τηλέφωνο. Τούτη τη φορά το παράκανα. Ίσως θα πρέπει να γυρίσω να την παρηγορήσω. Το παράκανα. Δεν μπορώ να κρατήσω τα νεύρα μου. Λάθος μέγα λάθος. Σαν το συχωρεμένο, άγιος άνθρωπος αλλά αψύς και πάντα με το ζώνη στο χέρι. Τη ζώνη και τις βλαστήμιες. Η κακομοίρα η μάνα μου τον ήξερε και δεν μίλαγε ποτές όταν ήταν στα ντουζένια του. Τις άλλες ώρες τον έκανε ότι ήθελε. Τον είχε ζέψει και δούλευε 20 ώρες να μας αναστήσει. Άλλες εποχές, άλλες γυναίκες. Ήξεραν τη θέση τους και τα γυναικεία κόλπα. Βασίλισσες ήταν. Τώρα έχω τα λεφτά μου σου λέει η άλλη. Είμαι ελεύθερη, ανεξάρτητη, ότι θέλω κάνω. Όχι ότι η δικιά μου είναι τέτοια. Τα μάτια της πάντα χαμηλά και κυρία. Δεν μου έχει δώσει αφορμή. Κυρία. Αλλά κι εγώ πάντα δίπλα της και σε αυτή και στην μάνα της, από τότε που έμεινε χήρα. Κι ας μην έδωσε την προίκα που είχε τάξει. Αλλά η μουρμούρα , μουρμούρα. Και στα παιδιά, δεν μπορώ να πω. Κέρβερος. Αυτή τα διάβαζε, αυτή στα σχολεία τους. Παντού. Και μιλάνε με τις ώρες, ιδίως με την κόρη, σαν φιλενάδες. Ώρες ολόκληρες. Δεν καταλαβαίνω τι λένε. Βαριέμαι και πάω στο δωμάτιό μας και βάζω τη Nova και βλέπω όλα τα ματσάκια άνετα χωρίς γκρίνιες. Μόνο μια φορά έρχεται ενώ ήμουν ξαπλωμένος και τσέκαρα το στοίχημα: « Καλά δεν σε νοιάζει για τα παιδιά σου. Ξέρεις πόσο χρονών είναι; Η μικρή έχει φίλο, μόνιμο κι έχουν σχέσεις». Μου τα ξεφούρνιζε έτσι όλα μαζί. Εγώ το μόνο που κατάλαβα ήταν για το φίλο. «Τι φίλο δηλαδή, γκόμενο;» «Είναι 16άρα πια. Ναι γκόμενο, φίλο πως το λένε. Μη της πεις τίποτα , μου εξομολογήθηκε ότι ολοκλήρωσαν». Μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Το δικό μου το κοριτσάκι σχέσεις, ολοκληρωμένες. Και να μην ξέρω καν ποιος είναι. Δεν είπα κουβέντα. Μα από τότε κάτι άλλαξε. Την έβλεπα σαν ξένη, σαν κάποια άλλη. Και δεν την ξανάβαλα ποτέ πια στα γόνατά μου σαν πρώτα. Ποτέ. Ο μεγάλος είναι αλλιώς. Κλειστός σαν στρείδι, με τα ακουστικά μόνιμα στα αυτιά. Και σε μια οθόνη μπροστά. Ούτε ξέρω αν έχει καν γκόμενα. Εγώ στην ηλικία του είχα αφήσει όνομα στο χωριό. Τώρα τα αγοράκια γίνανε κυριλέδες και μη μου άπτου. Ούτε καν κομμουνιστής δεν έγινε. Να συνεχίσει την αγωνιστική παράδοση της οικογένειάς του. Με κάτι αυτόνομους βουτυρομπεμπέδες τρέχει σε συναυλίες και σε κάτι forum. Κουράστηκα. Πήγε μεσάνυχτα. Θα γυρίσω κι αύριο μέρα είναι. Θα της ζητήσω συγγνώμη. Θα το ξεπεράσουμε κι αυτό. Θα πρέπει να βάλω νερό στο κρασί μου. Και με τα παιδιά. Τι, αίμα  μου είναι. Θα τα βρω. Να μιλήσουμε επιτέλους…… Μα τι κάνει τούτος; Έτσι τρώνε τα μούτρα τους οι μηχανόβιοι. Χώνονται παντού και μετά…αίμα στην άσφαλτο σου λέει ο άλλος. Γαμώ το Χριστό του βόμβα είναι; Μολότοφ!! Πετάνε μολότοφ στην Τράπεζα. Ντεραπάρισε. Χριστέ μου πέσανε στην κολώνα. Καλά είναι τελειωμένα. Τελειώσανε τα μαλακισμένα που θέλανε και μολότοφ. Μα….τούτος…όχι όχι, δεν είναι αλήθεια. Αυτός είναι ο Χρήστος. Θεέ μου ο Χρήστος μου, σηκώνεται. Να τον πάρω από δω πριν πλακώσουν οι μπάτσοι. «Έλα, έλα έμπα μέσα. Ο πατέρας σου είμαι. Έλα μέσα δεν έγινε τίποτα. Άσε τον άλλο, θάρθουν τα περιπολικά και οι μπάτσοι. Δεν προλαβαίνουμε να τον πάρουμε. Έλα ρε παιδάκι μου σου λέω». Στο διάολο …δεν έρχεται. Θα σταματήσω. Γαμώτο αιμορραγεί……»Έτσι σήκωσέ του το κεφάλι απαλά. Να δίπλωσε το πουκάμισο μου  γύρω από το κεφάλι του, απαλά, απαλά……..στο διάολο, να πάνε όλοι, οι πούστηδες….θα τον σώσουμε μη φοβάσαι….εγώ είμαι εδώ, εγώ…..μη φοβάσαι. Καλά τους κάνατε. Φωτιά θέλουν. Που μας κατάντησαν έτσι. Φωτιά να καούν όλοι τους, Χρήστο μου»!!

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Οι 4 όψεις του τραπεζιού


Από τα αριστερά:
          Το τραπέζι, γεμάτο από πιάτα, μπολ, ποτήρια και όλα τα χρειαζούμενα ενός πλούσιου, γευστικού, «δυτικού πρωινού». Με την επιστροφή τους, από τις 3ήμερες διακοπές που κέρδισαν στον διαγωνισμό, καθιερώθηκε: «Ο οργανισμός μας, χρειάζεται καύσιμα για όλη την ημέρα», «Ένα καλό πρωινό είναι απαραίτητο στην ηλικία μας». Αυτός, δεν αντέδρασε ιδιαίτερα έντονα. Περιφρονούσε συστηματικά, τα αυγά μάτια, μόνο το ασπράδι παρακαλώ κι αυτά κάθε τρίτη ή τέταρτη μέρα, το γάλα,  τους χυμούς, τις μαρμελάδες, τα φρούτα μα  εκεί που σήκωσε τη φωνή του, ήταν, όταν αντί για τον ελληνικό βαρύ γλυκό του, βρήκε μια κανάτα με γαλλικό καφέ. «Στο διάολο», είπε μέσα από τα δόντια του. Σηκώθηκε, πήρε το μπρίκι και έφτιαξε τον καφέ του. Την άλλη μέρα βρήκε τον καφέ του, διπλό και περιποιημένο. Είχε κερδίσει. Συνέχιζε όμως να περιφρονεί τα υπόλοιπα πιάτα, που συνεχώς βρισκόταν μπροστά του, σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα. Τσιμπολογούσε μόνο μια φρυγανιά.
          Άνοιξε την εφημερίδα του. Τεράστια, κάλυπτε τα πάντα εμπρός του. Μόνος διάβαζε με μια συνέπεια κι ένα σύστημα  καταπληκτικό: Από την πρώτη, ως την τελευταία σελίδα. Δεν παρέλειπε, ούτε τα μνημόσυνα. Τα πάντα, τα πάντα. Για σχεδόν μιαν ώρα, βρισκόταν αλλού. Εκεί που ήθελε να είναι, μακριά της.  Πήρε μάλιστα κι ένα ειδικό μπαστουνάκι όπου την τοποθετούσε και μπορούσε με το ένα χέρι να την φυλλομετρά, χωρίς να κουράζεται και χωρίς να είναι αναγκασμένος να την απλώνει στο τραπέζι. Κάποιες στιγμές, ιδίως στην αρχή, κοίταζε διακριτικά. Την είδε να συνεχίζει να τρώει το πρωινό της με μια διακριτικότητα και με μια ευγένεια που τον τάραξε λίγο. Λίγο όμως. Δεν μπορούσε να ελέγξει το πόδι του, που ακολουθώντας τους δικούς του δρόμους, ταρακουνούσε το τραπέζι. Αν εκείνη, άρχιζε να παίζει με τα δάχτυλα της το ρυθμό του, εκνευρισμένος το περιόριζε.
Η ματιά του έπεσε στη στήλη με την αναγγελία των κηδειών. Μέσα σε πλαίσιο τα ίδια λιτά και πολλές φορές συνηθισμένα λόγια, μόνο που αυτή την φορά αναφέρονταν σε αυτόν. Η αναγγελία της κηδείας του. Αν είναι δυνατόν!! Τι κακόγουστο αστείο. Ξαναδιάβασε: «Τον λατρευτό μας σύζυγο και πατέρα Αλκιβιάδη Χατζηδάκη…ετών 74,……. εξόδιος ακολουθία στον Ιερό ναό Αναπαύσεως…» Πέταξε πέρα την εφημερίδα και σηκώθηκε οργισμένος. Τώρα θα δουν!! Συνωνυμία, αποκλειόταν. Όλα τα στοιχεία αναφερόταν στον ίδιο. Ακόμα και η εξόδιος τελετή προβλεπόταν στο εκκλησάκι που είχε από καιρό επιλέξει. Σηκώθηκε από το τραπέζι οργισμένος και κατακόκκινος. Σήκωσε το τηλέφωνο μανιασμένος.  «Ναι το τμήμα αγγελιών», ούρλιαξε σχεδόν στην αδιάφορη τηλεφωνήτρια. Στα αυτιά του τυμπάνισε η ηρεμιστική μουσική από την αναμονή. Την ένιωσε πίσω του, σχεδόν τον άγγιζε στην πλάτη. Τραβήχτηκε μα μετανιώνοντας για την απότομη κίνηση επανέφερε το κορμί του στην πρότερη στάση. Συνέχισε να νιώθει το απαλό σχεδόν αδιόρατο άγγιγμά της και σαν αστραπή ο πανικός, η έκπληξη, η οργή του καταλάγιασε. Η  μουσική της αναμονής συνέχιζε το μονότονο ταξίδι της στο περίπλοκο δίκτυο του ακουστικού του πόρου, αλλά δεν τον ενοχλούσε πια τόσο. Σε λίγο ακούστηκε ο επαναλαμβανόμενος ήχος της κλεισμένη γραμμής. Άφησε το ακουστικό και γύρισε αργά, προσπαθώντας να μην χαλάσει την προηγούμενη αίσθηση. «Ακούς εκεί. Νεκρός και αγγελτήριο θανάτου μάλιστα. Οι βρομιάρηδες. Στο διάολο». Οι λέξεις σκληρές σαν και πρώτα , μα ο τρόπος εκφοράς είχε αλλάξει. Είχε μαλακώσει. Της άνοιξε την εφημερίδα και προσπάθησε να βρει στα γρήγορα την αγγελία. «Εδώ, εδώ κοίτα να δεις!!»  Τα χέρια του ξεφύλλιζαν την εφημερίδα τρέμοντας, πήγαιναν μπρος πίσω, αναζητώντας την κατάλληλη σελίδα. «Ποιος να το βαλε άραγε. Θέλουν το θάνατό μου, οι βρομιάρηδες κι έβαλαν κιόλας και αγγελτήριο». Η φωνή του κοφτή λαχανιασμένη, μα με μιαν υποψία τρυφερότητας και αναζήτησης παρηγοριάς. Το δάχτυλό του καρφώθηκε στα μαύρα στοιχεία της αγγελίας. Έκρυβε σχεδόν το κείμενο της αγγελίας και το συνειδητοποίησε σχεδόν αμέσως γιατί το απομάκρυνε και αρκέστηκε να το δείχνει. «Άκου νεκρός, οι αλήτες.... ποιος κακοήθης το έστειλε…δεν θα το αφήσω έτσι…». Οι λέξεις χείμαρρος, γέμισαν με την οργή τους το χώρο. Γύρισε προς το μέρος της ζητώντας παρηγοριά για το ανήκουστο. Τα χέρια του απομακρύνθηκαν από το χαρτί και ακολουθώντας την κίνηση του κορμιού του στράφηκαν προς το μέρος της. Όχι κατηγορώντας την όπως πάντα αλλά με μιαν τρυφερότητα και ανημπόρια ανήκουστη…την άγγιξαν. Σαν να είχαν δικοί τους ζωή κι έλεγχο άγγιξαν τα δικά της χέρια. Δάχτυλα με δάχτυλα, παλάμη με παλάμη, καρπό με καρπό, μέχρι που έφτασαν στους ώμους κι εκεί αδιαφορώντας τυλίχτηκαν γύρω από το λιπόσαρκο κορμί. Όχι για να στηρίξουν αλλά για να στηριχτούν. Όχι για να δώσουν αλλά για να πάρουν. Όχι για να παρηγορήσουν αλλά για να παρηγορηθούν. Και το κεφάλι έσκυψε κι αυτό στον ώμο και τα λευκά μαλλιά ανακατεύθηκαν κι έγιναν ένα. Και τα δάκρυα, δάκρυα πολλά με αναφιλητά κύλησαν κι αυτά για ώρα πολύ και του έκρυψαν την πονηρή λάμψη στην ματιά της.


          Από τα δεξιά:
Το τραπέζι, γεμάτο από πιάτα, μπολ, ποτήρια και όλα τα χρειαζούμενα ενός πλούσιου, γευστικού, «δυτικού πρωινού». «Τι μεγαλοπιάσματα είναι αυτά;» της πέταξε μουτρωμένος. Αφού του πέταξε στα μούτρα τα περί υγιεινής διατροφής, συνέχισε να το κάνει καθημερινά. Προμηθευόταν πάντα τα πιο φρέσκα, τα πιο ντελικάτα τρόφιμα. Σηκωνόταν μια ώρα νωρίτερα, για να είναι όλα στην ώρα τους: Ζεστά, καλοψημένα, λαχταριστά. Η μόνη παραχώρηση στον καφέ του: Μετά το ξέσπασμά του, υποχώρησε. Όμως τον τιμωρούσε με πιο μυρωδικά, πιο καλοφτιαγμένα πιάτα. Συνήθως, άνοιγε την εφημερίδα του, με το που καθόταν. Τεράστια καθώς ήταν, (περιφρονούσε τα tabloid), χωνόταν πίσω της και γινόταν αόρατος. Στην αρχή την τάραξε. Γρήγορα όμως, κράτησε μια αδιάφορη, ψυχρή στάση. Στύλωνε το βλέμμα της στην κουζίνα ή στο πιάτο μπροστά της. Την βοηθούσε αυτή η ψυχρότητα να σκεφτεί, να κουρνιάσει μέσα της. Πολλές φορές όταν ήθελε να τον εκνευρίσει, άρχιζε με τα δάχτυλά της να ακολουθεί το ρυθμό της κίνησης του τραπεζιού, τον θόρυβο που προκαλούσε το πόδι του. Σταματούσε σχεδόν αμέσως, σχεδόν πανικόβλητος. Αργότερα, ξεχνιόταν και ξανάρχιζε.
Όταν αυτός πέταξε την εφημερίδα, ήταν απροετοίμαστη και χαμένη στο χτες. Συγκλονίστηκε από τη βιαιότητα της αντίδρασής του, δεν το περίμενε. Έμεινε ακίνητη για δυο τρία λεπτά.  Δεν έπρεπε να δείξει ότι κάτι περίμενε. Η εποχή της αντίδρασης στα συμβαίνοντα για αυτόν, είχε περάσει εδώ και πολλά χρόνια. Θυμόταν τις πολυσέλιδες επιστολές με τις οποίες κατάκλυζε τις εφημερίδες και αργότερα τα κανάλια για ζητήματα που ήταν στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Κρατούσε σαν κόρη οφθαλμού τις τυπωμένες (πετσοκομμένες είναι η αλήθεια) επιστολές του και πολλές φορές τις έβγαζε και τις μελετούσε. Μα  με τα χρόνια τούτη η λόξα του είχε περάσει και δεν έγραφε σχεδόν τίποτα. Μόνο μέσα από τα δόντια του όταν κάτι τον ερέθιζε πέταγε: «Στο διάολο…στο διάολο». Σηκώθηκε αργά ερευνητικά. Η πλάτη του γυρισμένη, σκυφτή, το πρόσωπό του, όπως το έβλεπε από το πλάι κόκκινο και οι λεπτές φλεβίτσες διογκωμένες το διέτρεχαν στο μάγουλο. Πλησίασε σχεδόν αθόρυβα. Πώς να αντιδράσει. Σχεδόν τον ακούμπησε και ετοιμάστηκε να τον ρωτήσει. Μα κείνος τραβήχτηκε, και έκλεισε και πάλι το στόμα της. Μα στην στιγμή τον ένιωσε που σχεδόν την άγγιξε και πάλι. Σχεδόν την άγγιξε τρυφερά και την παρέσυρε στην απλωμένη εφημερίδα. Δεν καταλάβαινε τι της έλεγε. Η φωνή του κομμένη από το λαχάνιασμα, σαν τότε που είχε περάσει βρογχικά, δυσκολευόταν να βγει και να ακουστεί καθαρά. Αυτή παρατηρούσε τα χέρια του. Βουτηχτές τυφλοί στην τεράστια επιφάνεια του χαρτιού αναζητούσαν τα μυστικά. Πάντα λάτρευε τα χέρια του. Μακριά δάχτυλα λεπτά, χωρίς κόκαλα και περιττά λίπη, άτριχα από πάντα. Με το πέρασμα του χρόνου πλήθυναν οι αποικίες των φλεβών που διακρίνονταν και το χρώμα τους κατά τόπους σκούραινε, μα ήταν τα ίδια. Αυτά τα χέρια, τα δάχτυλα κοιτούσε χωρίς να ακούει σχεδόν λέξη από τα λεγόμενά του. Και δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, γιατί τούτα τα δάχτυλα έκρυβαν κάθε λέξη και τα γυαλιά της αναπαύονταν στο κομοδίνο της. Άκουγε όμως τη σφυριχτή φωνή του που καταριόταν κάποιους αλήτες και άθλιους. Προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τα συμβαίνοντα δεν κατάλαβε την κίνησή του. Κολλημένη σχεδόν στην πλάτη του δεν πρόλαβε να αντιδράσει και τα χέρια του σαν πλοκάμια άρχισαν να την αγγίζουν, πρώτα στα χέρια στους ώμους και ξάφνου την φυλάκισαν στην αγκαλιά του. Η ανάσα της ακανόνιστη προσπαθούσε να την διατηρήσει στην πραγματικότητα…αδυνατούσε….μα το αγκάλιασμά του   την κρατούσε όρθια κι ανίσχυρη. Ως την ώρα που τον ένιωσε να βυθίζεται στον ώμο της και τα δάκρυά του να ανακατεύονται στα μαλλιά της. Το κορμί του ολάκερο τρανταζόταν από κύματα κύματα που φούσκωναν και χάνονταν και ξαναχυμούσαν κι απλώνονταν και την συντάραζαν ολόκληρη και την ίδια για ώρα πολύ. Έχοντάς τον στην αγκαλιά της σαν πρώτα, δεν μπόρεσε να κρύψει την ικανοποίησή της και μια πονηρή λάμψη ήρθε και φώλιασε στη ματιά της.

Από πάνω:
Το τραπέζι, γεμάτο από πιάτα, μπολ, ποτήρια και όλα τα χρειαζούμενα ενός πλούσιου, γευστικού, «δυτικού πρωινού». Δυο κεφάλια με άσπρα μαλλιά, δυο ώμοι σκυμμένοι  κι ένας χάρτινος τοίχος που χωρίζει το ζωτικό τους χώρο σε περιοχές απολύτως ξεκάθαρες. Τα χέρια κινούνται σποραδικά. Είτε να γυρίσουν σελίδες, είτε να σερβιριστούν, είτε για να παρακολουθήσουν –διακριτικά είναι η αλήθεια- το τρεμούλιασμα του τραπεζιού. Η εφημερίδα πλατειά σαν τον κόσμο που περιέγραφε, απλώθηκε πάνω στο τραπέζι σκεπάζοντας τον καφέ του και αρκετά από τα πιατάκια. Το κορμί του για μια στιγμή θαλερό και σίγουρο, ορθώθηκε. Αυτή, αμήχανη, ξαναγύρισε στο σήμερα απότομα. Η θέση του κενή. Απουσία οριστική  και σωματική. Σε λίγο κενώθηκε και η δική της θέση. Τα απομεινάρια του πρωινού  απλωμένα περίμεναν…..Η παρουσία των δυο κορμιών μερικά μέτρα μακριά έριχνε τον ίσκιο της στο ορφανεμένο ξαφνικά τραπέζι. Τα δυο σώματα πλησίασαν και πάλι. Σκυφτά κεφάλια με άσπρα μαλλιά το ένα κοντά στο άλλο. Οι ώμοι σχεδόν αγγίζονταν. Αν είναι δυνατόν!! Τα χέρια του έψαχναν απεγνωσμένα κάτι στην απλωμένη επιφάνεια της εφημερίδας που σκέπαζε θαρρείς όλα το τραπέζι. Το ένα χέρι της άγγιζε την άκρη του τραπεζιού σαν για να βοηθήσει την άβολη στάση του κορμιού της. Το άλλο τραμπαλιζόταν επικίνδυνα και στιγμές , στιγμές άγγιζε το κορμί του. Κινήσεις των χεριών του αμήχανες και ασύνδετες . Από το χαρτί στα χέρια της και από κει στο κορμί της. Δυο σώματα αγκαλιασμένα. Το δικό της κορμί μικροσκοπικό κι όμως σαν να τον στήριζε. Δυο λευκά κεφάλια κοντά το ένα στο άλλο. Ένα σύμπλεγμα δυο ανθρώπων σε ένα. Ο ένας απαρηγόρητος ως μικρό παιδί και η άλλη κυρίαρχη και πάλι σε τούτο το παιχνίδι που κρατούσε τόσα χρόνια.

Από κάτω:
Το τραπέζι, σκεπασμένο με το άσπρο λινό τραπεζομάντιλο, στη μέση του δωματίου: Οι δυο καρέκλες, η μια αριστερά, η άλλη δεξιά. Δυο ζευγάρια πόδια: Αυτός με τις πιτζάμες του(αυτές με τις ρίγες τις μπλε), τις πάνινες, χνουδωτές παντούφλες του. Συνήθως, απλωμένα πλάγια. Η μόνιμη, επαναλαμβανόμενη κίνηση του αριστερού γόνατου, δημιουργούσε μια ανεπαίσθητη κίνηση, σε όλο το τραπέζι, προκαλούσε κυματισμούς στο περιεχόμενο των ποτηριών. Το άλλο ζευγάρι, χωμένο μέσα σε μάλλινες κάλτσες, γαλάζιες, ζεστές. Μαζεμένο κάτω από  την καρέκλα, με μια σεμνότητα κερδισμένη από τα χρόνια. Το νυχτικό μακρύ, αγγίζει σχεδόν τις κάλτσες και κυματίζει από το συνεχές τρέμουλο του τραπεζιού. Τα αδύναμα πόδια του, υποχρεώθηκαν να στηρίξουν το γέρικο κορμί του. Κτύπησαν στη γωνιά του τραπεζιού, μα υπάκουσαν και απομακρύνθηκαν προς την άλλη άκρη του δωματίου. Τα άλλα, μένοντας μοναχά, αλαφιάστηκαν, ξεδιπλώθηκαν και μην ξέροντας τι να κάνουν, απόμειναν καρφωμένα. Για λίγη ώρα αμήχανα πηγαινοέρχονταν. Σαστισμένα προσπαθούσαν αν προσδιορίσουν τη θέση τους με βάση μιαν απουσία. Αδύνατον. Στήριξαν το ανάλαφρο γέρικο κορμί και αποχώρησαν κι αυτά. Μια παντούφλα αναποδογυρισμένη, κείτονταν, αναμένοντας και αναπολώντας τη ζεστασιά. Βεβιασμένα και ασταθή βήματα. Ξυπόλητοι και οι δυο τους. Η μια της κάλτσα είχε ξεσκαλώσει από το λιπόσαρκο πόδι και έπλεε αγκαλιάζοντας τον αστράγαλό της. Δίπλα , δίπλα. Λίγο ποιο πίσω τα δικά της. Μετά από λίγο, ανασήκωσε το ένα πόδι, για να ξεμουδιάσει άραγε; Και έτριψε με αυτό την άλλη κάθετη γάμπα. Δυο ζευγάρια πόδια στην ίδια πλευρά. Ανήκουστο. Μια παντούφλα παρατημένη ανέμενε…… Ξάφνου μια κίνηση απρόσμενη και τα πόδια ακολουθώντας ίσως κινήσεις αθέατες ήρθαν αντιμέτωπα και μπλέχτηκαν με τρόπο πρωτοφανή. Τα δικά του ένα μπρος και ένα πίσω. Το μπροστινό χωμένο ανάμεσα στα δικά της , η νυχτικιά της το σκέπαζε ως το γόνατο. Για μια στιγμή φάνηκε να λυγίζουν τα αδύναμα πόδια της μα μόνο για μια στιγμή , γιατί σε λίγο, αν είναι δυνατόν φάνηκαν να παίρνουν νέα δύναμη και να στηρίζουν ολόκληρο το βάρος του. Άλλωστε είχε προετοιμαστεί για τούτη τη στιγμή.

Οι 4 όψεις του τραπεζιού


Από τα αριστερά:
          Το τραπέζι, γεμάτο από πιάτα, μπολ, ποτήρια και όλα τα χρειαζούμενα ενός πλούσιου, γευστικού, «δυτικού πρωινού». Με την επιστροφή τους, από τις 3ήμερες διακοπές που κέρδισαν στον διαγωνισμό, καθιερώθηκε: «Ο οργανισμός μας, χρειάζεται καύσιμα για όλη την ημέρα», «Ένα καλό πρωινό είναι απαραίτητο στην ηλικία μας». Αυτός, δεν αντέδρασε ιδιαίτερα έντονα. Περιφρονούσε συστηματικά, τα αυγά μάτια, μόνο το ασπράδι παρακαλώ κι αυτά κάθε τρίτη ή τέταρτη μέρα, το γάλα,  τους χυμούς, τις μαρμελάδες, τα φρούτα μα  εκεί που σήκωσε τη φωνή του, ήταν, όταν αντί για τον ελληνικό βαρύ γλυκό του, βρήκε μια κανάτα με γαλλικό καφέ. «Στο διάολο», είπε μέσα από τα δόντια του. Σηκώθηκε, πήρε το μπρίκι και έφτιαξε τον καφέ του. Την άλλη μέρα βρήκε τον καφέ του, διπλό και περιποιημένο. Είχε κερδίσει. Συνέχιζε όμως να περιφρονεί τα υπόλοιπα πιάτα, που συνεχώς βρισκόταν μπροστά του, σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα. Τσιμπολογούσε μόνο μια φρυγανιά.
          Άνοιξε την εφημερίδα του. Τεράστια, κάλυπτε τα πάντα εμπρός του. Μόνος διάβαζε με μια συνέπεια κι ένα σύστημα  καταπληκτικό: Από την πρώτη, ως την τελευταία σελίδα. Δεν παρέλειπε, ούτε τα μνημόσυνα. Τα πάντα, τα πάντα. Για σχεδόν μιαν ώρα, βρισκόταν αλλού. Εκεί που ήθελε να είναι, μακριά της.  Πήρε μάλιστα κι ένα ειδικό μπαστουνάκι όπου την τοποθετούσε και μπορούσε με το ένα χέρι να την φυλλομετρά, χωρίς να κουράζεται και χωρίς να είναι αναγκασμένος να την απλώνει στο τραπέζι. Κάποιες στιγμές, ιδίως στην αρχή, κοίταζε διακριτικά. Την είδε να συνεχίζει να τρώει το πρωινό της με μια διακριτικότητα και με μια ευγένεια που τον τάραξε λίγο. Λίγο όμως. Δεν μπορούσε να ελέγξει το πόδι του, που ακολουθώντας τους δικούς του δρόμους, ταρακουνούσε το τραπέζι. Αν εκείνη, άρχιζε να παίζει με τα δάχτυλα της το ρυθμό του, εκνευρισμένος το περιόριζε.
Η ματιά του έπεσε στη στήλη με την αναγγελία των κηδειών. Μέσα σε πλαίσιο τα ίδια λιτά και πολλές φορές συνηθισμένα λόγια, μόνο που αυτή την φορά αναφέρονταν σε αυτόν. Η αναγγελία της κηδείας του. Αν είναι δυνατόν!! Τι κακόγουστο αστείο. Ξαναδιάβασε: «Τον λατρευτό μας σύζυγο και πατέρα Αλκιβιάδη Χατζηδάκη…ετών 74,……. εξόδιος ακολουθία στον Ιερό ναό Αναπαύσεως…» Πέταξε πέρα την εφημερίδα και σηκώθηκε οργισμένος. Τώρα θα δουν!! Συνωνυμία, αποκλειόταν. Όλα τα στοιχεία αναφερόταν στον ίδιο. Ακόμα και η εξόδιος τελετή προβλεπόταν στο εκκλησάκι που είχε από καιρό επιλέξει. Σηκώθηκε από το τραπέζι οργισμένος και κατακόκκινος. Σήκωσε το τηλέφωνο μανιασμένος.  «Ναι το τμήμα αγγελιών», ούρλιαξε σχεδόν στην αδιάφορη τηλεφωνήτρια. Στα αυτιά του τυμπάνισε η ηρεμιστική μουσική από την αναμονή. Την ένιωσε πίσω του, σχεδόν τον άγγιζε στην πλάτη. Τραβήχτηκε μα μετανιώνοντας για την απότομη κίνηση επανέφερε το κορμί του στην πρότερη στάση. Συνέχισε να νιώθει το απαλό σχεδόν αδιόρατο άγγιγμά της και σαν αστραπή ο πανικός, η έκπληξη, η οργή του καταλάγιασε. Η  μουσική της αναμονής συνέχιζε το μονότονο ταξίδι της στο περίπλοκο δίκτυο του ακουστικού του πόρου, αλλά δεν τον ενοχλούσε πια τόσο. Σε λίγο ακούστηκε ο επαναλαμβανόμενος ήχος της κλεισμένη γραμμής. Άφησε το ακουστικό και γύρισε αργά, προσπαθώντας να μην χαλάσει την προηγούμενη αίσθηση. «Ακούς εκεί. Νεκρός και αγγελτήριο θανάτου μάλιστα. Οι βρομιάρηδες. Στο διάολο». Οι λέξεις σκληρές σαν και πρώτα , μα ο τρόπος εκφοράς είχε αλλάξει. Είχε μαλακώσει. Της άνοιξε την εφημερίδα και προσπάθησε να βρει στα γρήγορα την αγγελία. «Εδώ, εδώ κοίτα να δεις!!»  Τα χέρια του ξεφύλλιζαν την εφημερίδα τρέμοντας, πήγαιναν μπρος πίσω, αναζητώντας την κατάλληλη σελίδα. «Ποιος να το βαλε άραγε. Θέλουν το θάνατό μου, οι βρομιάρηδες κι έβαλαν κιόλας και αγγελτήριο». Η φωνή του κοφτή λαχανιασμένη, μα με μιαν υποψία τρυφερότητας και αναζήτησης παρηγοριάς. Το δάχτυλό του καρφώθηκε στα μαύρα στοιχεία της αγγελίας. Έκρυβε σχεδόν το κείμενο της αγγελίας και το συνειδητοποίησε σχεδόν αμέσως γιατί το απομάκρυνε και αρκέστηκε να το δείχνει. «Άκου νεκρός, οι αλήτες.... ποιος κακοήθης το έστειλε…δεν θα το αφήσω έτσι…». Οι λέξεις χείμαρρος, γέμισαν με την οργή τους το χώρο. Γύρισε προς το μέρος της ζητώντας παρηγοριά για το ανήκουστο. Τα χέρια του απομακρύνθηκαν από το χαρτί και ακολουθώντας την κίνηση του κορμιού του στράφηκαν προς το μέρος της. Όχι κατηγορώντας την όπως πάντα αλλά με μιαν τρυφερότητα και ανημπόρια ανήκουστη…την άγγιξαν. Σαν να είχαν δικοί τους ζωή κι έλεγχο άγγιξαν τα δικά της χέρια. Δάχτυλα με δάχτυλα, παλάμη με παλάμη, καρπό με καρπό, μέχρι που έφτασαν στους ώμους κι εκεί αδιαφορώντας τυλίχτηκαν γύρω από το λιπόσαρκο κορμί. Όχι για να στηρίξουν αλλά για να στηριχτούν. Όχι για να δώσουν αλλά για να πάρουν. Όχι για να παρηγορήσουν αλλά για να παρηγορηθούν. Και το κεφάλι έσκυψε κι αυτό στον ώμο και τα λευκά μαλλιά ανακατεύθηκαν κι έγιναν ένα. Και τα δάκρυα, δάκρυα πολλά με αναφιλητά κύλησαν κι αυτά για ώρα πολύ και του έκρυψαν την πονηρή λάμψη στην ματιά της.


          Από τα δεξιά:
Το τραπέζι, γεμάτο από πιάτα, μπολ, ποτήρια και όλα τα χρειαζούμενα ενός πλούσιου, γευστικού, «δυτικού πρωινού». «Τι μεγαλοπιάσματα είναι αυτά;» της πέταξε μουτρωμένος. Αφού του πέταξε στα μούτρα τα περί υγιεινής διατροφής, συνέχισε να το κάνει καθημερινά. Προμηθευόταν πάντα τα πιο φρέσκα, τα πιο ντελικάτα τρόφιμα. Σηκωνόταν μια ώρα νωρίτερα, για να είναι όλα στην ώρα τους: Ζεστά, καλοψημένα, λαχταριστά. Η μόνη παραχώρηση στον καφέ του: Μετά το ξέσπασμά του, υποχώρησε. Όμως τον τιμωρούσε με πιο μυρωδικά, πιο καλοφτιαγμένα πιάτα. Συνήθως, άνοιγε την εφημερίδα του, με το που καθόταν. Τεράστια καθώς ήταν, (περιφρονούσε τα tabloid), χωνόταν πίσω της και γινόταν αόρατος. Στην αρχή την τάραξε. Γρήγορα όμως, κράτησε μια αδιάφορη, ψυχρή στάση. Στύλωνε το βλέμμα της στην κουζίνα ή στο πιάτο μπροστά της. Την βοηθούσε αυτή η ψυχρότητα να σκεφτεί, να κουρνιάσει μέσα της. Πολλές φορές όταν ήθελε να τον εκνευρίσει, άρχιζε με τα δάχτυλά της να ακολουθεί το ρυθμό της κίνησης του τραπεζιού, τον θόρυβο που προκαλούσε το πόδι του. Σταματούσε σχεδόν αμέσως, σχεδόν πανικόβλητος. Αργότερα, ξεχνιόταν και ξανάρχιζε.
Όταν αυτός πέταξε την εφημερίδα, ήταν απροετοίμαστη και χαμένη στο χτες. Συγκλονίστηκε από τη βιαιότητα της αντίδρασής του, δεν το περίμενε. Έμεινε ακίνητη για δυο τρία λεπτά.  Δεν έπρεπε να δείξει ότι κάτι περίμενε. Η εποχή της αντίδρασης στα συμβαίνοντα για αυτόν, είχε περάσει εδώ και πολλά χρόνια. Θυμόταν τις πολυσέλιδες επιστολές με τις οποίες κατάκλυζε τις εφημερίδες και αργότερα τα κανάλια για ζητήματα που ήταν στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Κρατούσε σαν κόρη οφθαλμού τις τυπωμένες (πετσοκομμένες είναι η αλήθεια) επιστολές του και πολλές φορές τις έβγαζε και τις μελετούσε. Μα  με τα χρόνια τούτη η λόξα του είχε περάσει και δεν έγραφε σχεδόν τίποτα. Μόνο μέσα από τα δόντια του όταν κάτι τον ερέθιζε πέταγε: «Στο διάολο…στο διάολο». Σηκώθηκε αργά ερευνητικά. Η πλάτη του γυρισμένη, σκυφτή, το πρόσωπό του, όπως το έβλεπε από το πλάι κόκκινο και οι λεπτές φλεβίτσες διογκωμένες το διέτρεχαν στο μάγουλο. Πλησίασε σχεδόν αθόρυβα. Πώς να αντιδράσει. Σχεδόν τον ακούμπησε και ετοιμάστηκε να τον ρωτήσει. Μα κείνος τραβήχτηκε, και έκλεισε και πάλι το στόμα της. Μα στην στιγμή τον ένιωσε που σχεδόν την άγγιξε και πάλι. Σχεδόν την άγγιξε τρυφερά και την παρέσυρε στην απλωμένη εφημερίδα. Δεν καταλάβαινε τι της έλεγε. Η φωνή του κομμένη από το λαχάνιασμα, σαν τότε που είχε περάσει βρογχικά, δυσκολευόταν να βγει και να ακουστεί καθαρά. Αυτή παρατηρούσε τα χέρια του. Βουτηχτές τυφλοί στην τεράστια επιφάνεια του χαρτιού αναζητούσαν τα μυστικά. Πάντα λάτρευε τα χέρια του. Μακριά δάχτυλα λεπτά, χωρίς κόκαλα και περιττά λίπη, άτριχα από πάντα. Με το πέρασμα του χρόνου πλήθυναν οι αποικίες των φλεβών που διακρίνονταν και το χρώμα τους κατά τόπους σκούραινε, μα ήταν τα ίδια. Αυτά τα χέρια, τα δάχτυλα κοιτούσε χωρίς να ακούει σχεδόν λέξη από τα λεγόμενά του. Και δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς, γιατί τούτα τα δάχτυλα έκρυβαν κάθε λέξη και τα γυαλιά της αναπαύονταν στο κομοδίνο της. Άκουγε όμως τη σφυριχτή φωνή του που καταριόταν κάποιους αλήτες και άθλιους. Προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τα συμβαίνοντα δεν κατάλαβε την κίνησή του. Κολλημένη σχεδόν στην πλάτη του δεν πρόλαβε να αντιδράσει και τα χέρια του σαν πλοκάμια άρχισαν να την αγγίζουν, πρώτα στα χέρια στους ώμους και ξάφνου την φυλάκισαν στην αγκαλιά του. Η ανάσα της ακανόνιστη προσπαθούσε να την διατηρήσει στην πραγματικότητα…αδυνατούσε….μα το αγκάλιασμά του   την κρατούσε όρθια κι ανίσχυρη. Ως την ώρα που τον ένιωσε να βυθίζεται στον ώμο της και τα δάκρυά του να ανακατεύονται στα μαλλιά της. Το κορμί του ολάκερο τρανταζόταν από κύματα κύματα που φούσκωναν και χάνονταν και ξαναχυμούσαν κι απλώνονταν και την συντάραζαν ολόκληρη και την ίδια για ώρα πολύ. Έχοντάς τον στην αγκαλιά της σαν πρώτα, δεν μπόρεσε να κρύψει την ικανοποίησή της και μια πονηρή λάμψη ήρθε και φώλιασε στη ματιά της.

Από πάνω:
Το τραπέζι, γεμάτο από πιάτα, μπολ, ποτήρια και όλα τα χρειαζούμενα ενός πλούσιου, γευστικού, «δυτικού πρωινού». Δυο κεφάλια με άσπρα μαλλιά, δυο ώμοι σκυμμένοι  κι ένας χάρτινος τοίχος που χωρίζει το ζωτικό τους χώρο σε περιοχές απολύτως ξεκάθαρες. Τα χέρια κινούνται σποραδικά. Είτε να γυρίσουν σελίδες, είτε να σερβιριστούν, είτε για να παρακολουθήσουν –διακριτικά είναι η αλήθεια- το τρεμούλιασμα του τραπεζιού. Η εφημερίδα πλατειά σαν τον κόσμο που περιέγραφε, απλώθηκε πάνω στο τραπέζι σκεπάζοντας τον καφέ του και αρκετά από τα πιατάκια. Το κορμί του για μια στιγμή θαλερό και σίγουρο, ορθώθηκε. Αυτή, αμήχανη, ξαναγύρισε στο σήμερα απότομα. Η θέση του κενή. Απουσία οριστική  και σωματική. Σε λίγο κενώθηκε και η δική της θέση. Τα απομεινάρια του πρωινού  απλωμένα περίμεναν…..Η παρουσία των δυο κορμιών μερικά μέτρα μακριά έριχνε τον ίσκιο της στο ορφανεμένο ξαφνικά τραπέζι. Τα δυο σώματα πλησίασαν και πάλι. Σκυφτά κεφάλια με άσπρα μαλλιά το ένα κοντά στο άλλο. Οι ώμοι σχεδόν αγγίζονταν. Αν είναι δυνατόν!! Τα χέρια του έψαχναν απεγνωσμένα κάτι στην απλωμένη επιφάνεια της εφημερίδας που σκέπαζε θαρρείς όλα το τραπέζι. Το ένα χέρι της άγγιζε την άκρη του τραπεζιού σαν για να βοηθήσει την άβολη στάση του κορμιού της. Το άλλο τραμπαλιζόταν επικίνδυνα και στιγμές , στιγμές άγγιζε το κορμί του. Κινήσεις των χεριών του αμήχανες και ασύνδετες . Από το χαρτί στα χέρια της και από κει στο κορμί της. Δυο σώματα αγκαλιασμένα. Το δικό της κορμί μικροσκοπικό κι όμως σαν να τον στήριζε. Δυο λευκά κεφάλια κοντά το ένα στο άλλο. Ένα σύμπλεγμα δυο ανθρώπων σε ένα. Ο ένας απαρηγόρητος ως μικρό παιδί και η άλλη κυρίαρχη και πάλι σε τούτο το παιχνίδι που κρατούσε τόσα χρόνια.

Από κάτω:
Το τραπέζι, σκεπασμένο με το άσπρο λινό τραπεζομάντιλο, στη μέση του δωματίου: Οι δυο καρέκλες, η μια αριστερά, η άλλη δεξιά. Δυο ζευγάρια πόδια: Αυτός με τις πιτζάμες του(αυτές με τις ρίγες τις μπλε), τις πάνινες, χνουδωτές παντούφλες του. Συνήθως, απλωμένα πλάγια. Η μόνιμη, επαναλαμβανόμενη κίνηση του αριστερού γόνατου, δημιουργούσε μια ανεπαίσθητη κίνηση, σε όλο το τραπέζι, προκαλούσε κυματισμούς στο περιεχόμενο των ποτηριών. Το άλλο ζευγάρι, χωμένο μέσα σε μάλλινες κάλτσες, γαλάζιες, ζεστές. Μαζεμένο κάτω από  την καρέκλα, με μια σεμνότητα κερδισμένη από τα χρόνια. Το νυχτικό μακρύ, αγγίζει σχεδόν τις κάλτσες και κυματίζει από το συνεχές τρέμουλο του τραπεζιού. Τα αδύναμα πόδια του, υποχρεώθηκαν να στηρίξουν το γέρικο κορμί του. Κτύπησαν στη γωνιά του τραπεζιού, μα υπάκουσαν και απομακρύνθηκαν προς την άλλη άκρη του δωματίου. Τα άλλα, μένοντας μοναχά, αλαφιάστηκαν, ξεδιπλώθηκαν και μην ξέροντας τι να κάνουν, απόμειναν καρφωμένα. Για λίγη ώρα αμήχανα πηγαινοέρχονταν. Σαστισμένα προσπαθούσαν αν προσδιορίσουν τη θέση τους με βάση μιαν απουσία. Αδύνατον. Στήριξαν το ανάλαφρο γέρικο κορμί και αποχώρησαν κι αυτά. Μια παντούφλα αναποδογυρισμένη, κείτονταν, αναμένοντας και αναπολώντας τη ζεστασιά. Βεβιασμένα και ασταθή βήματα. Ξυπόλητοι και οι δυο τους. Η μια της κάλτσα είχε ξεσκαλώσει από το λιπόσαρκο πόδι και έπλεε αγκαλιάζοντας τον αστράγαλό της. Δίπλα , δίπλα. Λίγο ποιο πίσω τα δικά της. Μετά από λίγο, ανασήκωσε το ένα πόδι, για να ξεμουδιάσει άραγε; Και έτριψε με αυτό την άλλη κάθετη γάμπα. Δυο ζευγάρια πόδια στην ίδια πλευρά. Ανήκουστο. Μια παντούφλα παρατημένη ανέμενε…… Ξάφνου μια κίνηση απρόσμενη και τα πόδια ακολουθώντας ίσως κινήσεις αθέατες ήρθαν αντιμέτωπα και μπλέχτηκαν με τρόπο πρωτοφανή. Τα δικά του ένα μπρος και ένα πίσω. Το μπροστινό χωμένο ανάμεσα στα δικά της , η νυχτικιά της το σκέπαζε ως το γόνατο. Για μια στιγμή φάνηκε να λυγίζουν τα αδύναμα πόδια της μα μόνο για μια στιγμή , γιατί σε λίγο, αν είναι δυνατόν φάνηκαν να παίρνουν νέα δύναμη και να στηρίζουν ολόκληρο το βάρος του. Άλλωστε είχε προετοιμαστεί για τούτη τη στιγμή.

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Λαβύρινθος

(Με σεβασμό στον Χόρχε)

Ξέρω πως με φοβούνται. Ξέρω πως πάντα, ήμουν το τέρας, ή ο τρελός αν θέλετε, που άλλους τρόμαζε και άλλους χαροποιούσε η παρουσία μου, στα πολύπλοκα παιχνίδια εξουσίας του ανακτόρου. Το ξέρω πως δεν πολυβγαίνω και δεν έχω αυτό που λέμε συναναστροφές και στις τελετές του ανακτόρου λείπω αρκετά χρόνια τώρα. Όμως το σπίτι μου, είναι τεράστιο κι ανοικτό στον καθένα. Ούτε φρουροί, όπως συνηθίζονται στα αρχοντόσπιτα, ούτε πολύπλοκες κλειδαριές. Σίγουρα αυτούς που τα πλούσια αυτάκια τους έχουν συνηθίσει στις όμορφες μουσικές του ανακτόρου και στις πολύπλοκες τελετουργίες, θα τους απογοητεύσει. Κι όμως εδώ θα βρει κανείς γαλήνη κι απλοχωριά, για να ταξιδέψει μέσα του. Έπιπλα ελάχιστα, τα απολύτως απαραίτητα. Το σπίτι όμως μοναδικό, σε όλο τον κόσμο δεν υπάρχει όμοιό του. Κι αν κάποιοι ονειρεύονται ότι μπορούν να το αναπαραστήσουν ή περισσότερο να το κατασκευάσουν, τζάμπα προσπαθούν. Ποιος μπορεί να το συλλάβει στην ολότητά του; Ψευτιές κι ότι τάχα είμαι φυλακισμένος. Ούτε μια πόρτα. Το ξανάπα αυτό; Μια νυχτιά μάλιστα, εντελώς τυχαία, βρέθηκα στην έξοδο. Βγήκα κι άρχισα να γυρίζω στους δρόμους χωρίς χιτώνα, το κορμί μου ανατρίχιαζε στην αίσθηση του βραδινού αέρα και στη θέαση του ωκεανού των αστεριών. Κι όμως όλοι τους, ανίκανοι να απολαύσουν τη βραδιά και την ευτυχία που μόνο αυτή μπορεί να προσφέρει, οπισθοχωρούσαν, έφευγαν μακριά. Με αναγνώρισαν και ικεσίες στους ιερείς και στους θεούς έκαναν, κάποιοι χώθηκαν στις αίθουσες. Απογοητευμένος από τη στάση τους επέστρεψα. Παρότι πολλές φορές προσπάθησα, δεν τα κατάφερα να την ξαναβρώ τούτη την έξοδο.
Δεν ξέρω ανάγνωση και γραφή. Το μυαλό μου , αδυνατούσε κι αδυνατεί να συλλάβει τούτες τις ενοχλητικές λεπτομέρειες. Ο χρόνος μου περνούσε με αναμνήσεις . Αναρωτιόμουν συχνά για τον «πάνω κόσμο». Που είναι το ολόφωτα δωμάτιο με τις πλουμιστές ζωγραφιές(για ώρες καθόμουν και θαύμαζα μια προσωπογραφία κάποιου προγόνου μου κοντά στη Βόρεια Πύλη: Ο καλλιτέχνης είχε αποδώσει στο φρέσκο, όλη την δύναμη του πανίσχυρου κορμιού του. Ανταγωνιζόταν, μάλλον έπαιζε με έναν αθλητή, που προσπαθούσε να πηδήσει πάνω του), τα τεράστια παράθυρα, οι ατέλειωτες σκάλες που ανεβοκατέβαινα πιασμένος και στηριγμένος σε χέρια ικανά να με συγκρατούν, γιατί το είχα πάντα τούτο το ένστικτο της παρόρμησης και πηδούσα κι αλώνιζα, προκαλώντας την οργή της μητέρας μου, όταν οι υπηρέτες διαμαρτύρονταν ή έκαναν απολογισμό των ζημιών που προκαλούσα. Τρελαινόμουν να χώνομαι στη μυρωδάτη αγκαλιά της, στα φορτωμένα από πλήθος ασημένια και χρυσά στολίδια χέρια της. Άγγιζα σχεδόν ερωτικά της βαμμένες μαβιές ρόγες της που πρόβαλλαν από το ολόσωμο φόρεμα. Οι βόστρυχοι των μαλλιών της, έμπλεκαν με τα δικά μου και τα κεράτινα εξογκώματα, που μόλις προεξείχαν, αλλά η μητέρα μου με μια πράξη τρυφερότητας αλλά και βαθιά συλλογισμένη (ποιος ξέρει, ίσως μια νύχτα που αυτά ήταν τεράστια και η ίδια δεν ήξερε τι να πρωταγγίξει, έτσι χαμένη που ήταν στον ίστρο της) , τα χάιδευε και τα σκέπαζε στο δάσος των ατίθασων μαλλιών μου. Το κορμί μου μεγάλωνε και δυνάμωνε εκπληκτικά γρήγορα. Ένιωθα θαυμάσια βλέποντας και νιώθοντας όλη τούτη τη δύναμη, να με γεμίζει, ακόμα κι όταν οι άλλοι, οι υπηρέτες περισσότερο, έκρυβαν το πρόσωπό τους όταν με αντίκριζαν ξαφνικά σε κάποια αυλή ή συναντιόμασταν στις σκάλες. Πολλές φορές ακόμα και οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, δεν κατάφερναν να κρύψουν το φόβο ή και τον αποτροπιασμό τους, αν και τα χρόνια που έσκυβαν τη μέση τους στους ανώτερους, οι ατέλειωτες ίντριγκες και η αποφυγή θανάσιμων κινδύνων που πάντα ελλοχεύουν σε ένα παλάτι, τους είχαν κάνει σοφούς και ιδιαίτερα ικανούς να κρύβουν τα αισθήματά τους. Τα καταλάβαινα όλα αυτά, τα ένιωθα στον αέρα που ανάσαινα, στις κουβέντες των υπηρετών και των φρουρών, αλλά πάντα έβρισκα καταφύγιο στην αγκαλιά της. Θα αναρωτηθείτε για τον πατέρα μου. Σπάνια μιλώ για αυτόν. Ακόμα και τώρα που σκέφτομαι όλα τούτα δεν μπορώ να πω αν με αγάπησε ποτέ του ή κι αυτός με έβλεπε σαν κάτι άλλο. Απόμακρος. Ποτέ δεν με αγκάλιασε σαν παιδί του. Ανατρίχιαζε όταν έπαιρνα φόρα και για παιχνίδι τον κουτουλούσα στην κοιλιά. Η μητέρα μου πάντα επενέβαινε και με έπαιρνε μακριά.
Όταν ο σεισμός γκρέμισε την βόρεια πτέρυγα του ανακτόρου, αντί να την επισκευάσουν, χιλιάδες υπηρέτες διατάχτηκαν να την ισοπεδώσουν εντελώς. Και εκείνος ο μυστήριος ο αρχιτέκτονας, ο Αθηναίος, εγκαταστάθηκε εκεί και χάραζε, χάραζε σχέδια σε τεράστιες πλάκες. Έσβηνε το μαλακό κερί και χάρασσε γραμμές, χιλιάδες γραμμές που συμπλέκονταν η μια με την άλλη. Η μητέρα μου επιστατούσε σε όλες τούτες τις εργασίες. Πολλές φορές με έπαιρνε μαζί της, σαν να ήθελε να με ξεναγήσει στα νέα μου διαμερίσματα. Και τα χρόνια περνούσαν ήμουν σχεδόν έξη χρονών, όταν μου το ανακοίνωσε. Έπρεπε να μεταφερθώ στα νέα μου διαμερίσματα. Πολύπλοκες ανακτορικές δολοπλοκίες, έκαναν υποχρεωτική την μεταφορά μου. Δεν πολυκατάλαβα το αμετάκλητο του πράγματος. Το είδα σαν παιχνίδι, σαν ένα νέο παιχνίδι, άλλωστε δεν είχα και πολλούς φίλους στο ανάκτορο, ήμουν πάντα απόμακρος.
Δεν μου έλειπαν οι διασκεδάσεις στο νέο μου σπίτι: Γρήγορα έμαθα το νέο θαυμαστό οίκημά μου, ανακάλυψα κόγχες και στοές, τυφλούς τοίχους και βαθειά φρεάτια που οδηγούσαν σίγουρα στη θάλασσα, από εκεί άλλωστε έρχονταν μυρωδιές ευωδιαστές. Τρελαινόμουν να κουτουλώ τους τοίχους και ζαλισμένος κατόπιν να τριγυρνώ. Άλλοτε καμώνομαι τον επισκέπτη και ξεναγούμαι στο θαυμαστό σπίτι μου: «Από εδώ βγαίνεις στην εσωτερική αυλή. Όταν στρίψεις στο δεύτερο διάδρομο θα δεις την ανηφοράδα και το φως. Στρίψε και ακολούθησε τον τέταρτο διάδρομο, ακολούθησε τον σε όλη του την ανηφοριά και θα δεις τη στέρνα με το βρόχινο νερό». Τίποτα δεν είναι μοναδικό εδώ μέσα. Όλα είναι σε πολλαπλάσιο βαθμό. Πολλές στέρνες, πολλοί, αμέτρητοι διάδρομοι, πολλές εσωτερικές αυλές, πολλές ανηφοράδες και όλες είναι ίδιες. Επισκέπτες το είπα, δεν έχω πολλούς. Κάποια ζώα που μπαίνουν τυχαία και ανακαλύπτω μετά από καιρό τα κουφάρια ή τα κόκαλά τους, και οι συνηθισμένοι μιαροί που έρχονται να λυτρωθούν από το κακό. Κάθε εννιά χρόνια, έρχονται. Συνήθως τους βλέπω αδιάφορα. Όχι όμως και τώρα. Έφταιγε άραγε το χτεσινοβραδινό μου όραμα; «Η άγνωστη θεά , ήρθε τυλιγμένη με τα πέπλα της και στήθηκε εμπρός μου. Άνοιξε το φόρεμα και μου παρουσιάστηκε σε όλη της την μεγαλοπρέπεια. Η ήβη της σκοτεινή σαν το σκοτάδι που με τύλιγε τόσο καιρό. Τα στήθη της βαριά. Σήκωσε το χέρι και μου απίθωσε ένα κουβάρι. Αδελφέ!! Σου ανήκω. Ακολούθησέ το κι έλα να με βρεις.»
Παρόρμηση ήταν, δολοφονική οργή, ή θεία επιφοίτηση αυτό που με έπιασε; Λες και ήταν πρώτη φορά που έμπαιναν στα δώματά μου οι ξένοι. Οι περισσότεροι πέθαιναν από μόνοι τους, από μοναξιά ή τον τρόμο της μοναξιάς. Συνήθως τους άφηνα να περιπλανιούνται για μέρες και μέρες, μέχρι που δεν άντεχαν άλλο και ή χτυπούσαν τα κεφάλια τους σαν ζωηροί ταύροι στους τοίχους ή έκοβαν τους καρπούς του στις γωνιές. Καμιά φορά, αν λυπόμουν κανέναν ή καμιά τους (ιδίως στις γυναίκες το έκανα), παρουσιαζόμουν στο σκοτάδι δίπλα τους, βάδιζα για μέρες μαζί τους προσποιούμενος ότι ήμουν ένας από αυτούς, ξάπλωνα μαζί τους και παρουσιαζόμουν σε πλήρη δόξα τη στιγμή της εκσπερμάτωσης. Συνήθως οι σπασμοί οι δικοί μου ακολουθούσαν τους σπασμούς του θανάτου τους. Κι όμως φέτος ήταν διαφορετικά. Δεν τριγύριζαν σαν τρελαμένοι δεξιά κι αριστερά, δεν βογκούσαν κι ούτε έκλαιγαν. Ακολουθούσαν!! Ναι ακολουθούσαν έναν κοντοστούπη, που βάδιζε σαν να ήταν στα χωράφια του πατέρα του. Περήφανος με ψηλά το κεφάλι, κρατώντας κάτι πολύτιμο στο δεξί του χέρι. Στο άλλο κρατούσε ένα σπαθί, σαν εκείνα που βρίσκονταν κρεμασμένα στην αίθουσα των διπλών πελεκιών. Τι ήταν αλήθεια εκείνο που με πείραξε; Η στάση του που έδειχνε έλλειψη σεβασμού; Τα χρόνια που πέρασαν και βάραιναν πάνω μου; Δεν ξέρω. Αποφάσισα να ξεμπερδεύω μαζί τους άμεσα. Η μονομαχία μας, κράτησε λίγα λεπτά. Η δύναμή μου πολλαπλασιασμένη θαρρείς από όλα τα παραπάνω τον συνέτριψε. Ούτε το μικρό, παιδικό μου φάνηκε σπαθί του, δεν κατάφερε να υψώσει. Τον κατακρεούργησα. Τα κομμάτια του, απλώθηκαν στις στοές. Οι υπόλοιποι τρελαμένοι από τον φόβο σκορπίστηκαν. Δεν σταμάτησα στιγμή. Έναν , έναν, μία μία, τους αποτελείωσα με λίγα χτυπήματα. Κι επιδόθηκα σε μια κραιπάλη σφαγιασμού, που όμοιά της, δεν είχε ξανασυμβεί. Εγώ που ποτέ μου(όλα τούτα τα χρόνια), δεν άγγιξα το κρέας ανθρώπων, γέμιζα τις χούφτες μου και το στόμα και το λαρύγγι και το στομάχι μου με τη μιαρή τροφή. Ήμουν σαν τους ιερείς και τις ιέρειες που πριν δεχτούν τον Ταύρο εντός τους, βρίσκονται σε ιερή μανία. Κι αφού ολοκλήρωσα τη ματοβαμμένη θυσία, σαν από παλιό κρασί μεθυσμένος έγειρα σε μια κόχη, εκεί μέσα στα αίματα.
Ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα. Το κεφάλι μου βαρύ, υπερβολικά βαρύ ακόμα και για μένα, που το είχα συνηθίσει. Σκοτάδι, παντού σκοτάδι Σηκώθηκα και προσπάθησα να προσανατολιστώ. Τελικά δεν ήταν απόλυτο σκοτάδι. Τα μάτια μου σιγά σιγά, άρχισαν να διακρίνουν. Υπήρχε κάποια πηγή φωτός στην επόμενη αίθουσα, ήταν ψηλά στο ταβάνι. Μια τετράγωνη σχεδόν τρύπα σαν τεράστια καμινάδα, άφηνε να περνά το πρωινό αεράκι και το φως του ήλιου. Εκεί το είδα!! Για το κουβάρι λέω. Κείτονταν ανήμπορο κι αιμάτινο. Το έπιασα με τρεμάμενα χέρια κι άρχισα να τυλίγω το νήμα που κρεμόταν. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες για τον τρόπο που έφτασα στην έξοδο. Ήταν εκεί. Σχεδόν δίπλα της είχα ξαπλώσει πολλές φορές και την ονειρευόμουν. Ήμουν εκεί. Και ήταν σχεδόν μεσημέρι. Πήρα τον μανδύα του άντρα που είχα σκοτώσει και τύλιξα το κορμί μου, από το κεφάλι ως τα πόδια. Και τότε την είδα. Στεκόταν μισοχωμένη μέσα στις δάφνες και τρομαγμένη ανέμενε. Την έπιασα από τη μέση και την οδήγησα από τη βόρεια πύλη έξω από το ανάκτορο. Τα βήματά μου μας οδήγησαν σιωπηλούς στο τελωνείο. Το καράβι μας περίμενε. Εύκολα το οδήγησα. Τα δυνατά μου μπράτσα σήκωσαν τα μαύρα πανιά. Ο άνεμος ούριος, μας έβγαλε στα ανοικτά. Η Αριάδνη στην αγκαλιά μου μετά την ερωτική μας ένωση, ονειρευόταν ήδη το λυτρωτή που φιλοξενούσε στην κοιλιά της και που κάποια μέρα θα έμπαινε στα ανάκτορα και θα τα διαγούμιζε : Θα `ναι ταύρος; Ή άνθρωπος; Θα είναι ταύρος με ανθρώπινη μορφή ή άνθρωπος με κεφάλι ταύρου;

Η πόλη...

Όλες οι πόλεις, κρύβουν στην κοιλιά τους λίγη στάχτη. Άλλες από παλιά σπιτικά, άλλες από σχέσεις, άλλες από ζωές καμένες στη φλόγα της ζωής. Η πόλη μας, γιομίζει το στόμα μου χώμα και σκόνη. Παρότι με καρφώνει στο χώμα καθημερινά, με την αυθάδεια της ασχήμιας και της απαξίωσης αγαπημένων πραγμάτων, την αγαπώ. Όπως μια γυναίκα, απελπισμένα. Που ξέρεις ότι τη χάνεις κι όμως παλεύεις γι` αυτήν με μια απελπισία θανάτου.
Πως να ξεχάσει κανείς την τυραννία της τυφλής της αγάπης; Τις βαριές και μακριές σιωπές της, τις βασανιστικές απουσίες της; Όταν περπατώ στους δρόμους της, γδέρνω τα δάχτυλά μου πάνω στην αιωνόβια πέτρα των τειχών της, που αντιστέκονται στον χρόνο, έστω κι αν σε μερικά μέρη σκύβουν, αποσταμένα και ξεδοντιασμένα. Δεν προστατεύουν πια την πόλη τούτα τα τείχη, αλλά τις αναμνήσεις να μην δραπετεύσουν.
Μάνα αστεφάνωτη η πόλη. Κόρη έγκλειστη κι όμως άπιστη, γυναίκα Μήδεια, που σκοτώνει τα παιδιά της, κορμί αυλακωμένο από τα χρόνια της παρουσίας της στη γη και τα βάσανα, βλέμμα που μεταθέτει το αίνιγμα στο αύριο, χέρι ανοιχτό, απλωμένο πάνω από τα κοιμισμένα σπίτια. Την αγαπώ και με συντρίβει, τούτο το συναίσθημα, που με κάνει έρμαιο στα χέρια της.
Η πόλη!! Και οι κάτοικοί της, που την μοιραζόμαστε. Ζούμε μέσα της σαν σε κορμί θηλυκό και φιλόξενο. Όμως χαράσσουμε καθημερινά λίγο από το δέρμα της. Αφήνουμε πάνω της σημάδια, άλλοτε γλυκά και αγαπημένα κι άλλοτε σαν άγριοι βιαστές σημάδια βαθιά κι επώδυνα. Μεγάλη η ανάγκη μας να αφήσουμε τα χνάρια μας πάνω της. Μια στιγμή αιωνιότητας να πάρουμε απ` αυτήν. Να μοιραστούμε τη μοίρα της και να ζήσουμε στο μέλλον της. Και παλεύουμε και ζούμε. Δρόμοι παράλληλοι που μόνο κάποιες στιγμές ενώνονται και δημιουργούν εντάσεις κι όνειρα και ζωή. Και μετά χωρίζουν και χαράσσουν νέες πορείες και ονειρεύονται κάποιες άλλες συναντήσεις.